Italijanizmi

Α

ακουαρέλα = υδατογραφία = akvarel

αμολάρω = popuštam

αντένα = κεραία = antena

αντίκα, η = antikvitet

αντίο = χαίρετε = zbogom

άσος, ο = ο πρώτος = as, kec, prvak

Β

βαγόνι, το = σιδηροδρομική άμαξα = vagon

βάζο, το = δοχείο = posuda

βαπόρι, το = ατμόπλοιο, το = parobrod

βαρέλι, το = bure

βεντέτα, η = αυτοδικία, η = osveta

βίδα, η = šraf, zavrtanj

βίζιτα, η = επίσκεψη, η = poseta

βιρτουόζος, ο = virtuoz

βίτσιο, το = loša navika

Γ

γάμπα, η = κνήμη, η = list (noga)

γκαρνταρόμπα, η = garderoba

γκόμενα, η = ženska, riba

γκριμάτσα, η = μορφασμός, ο = grimasa

γκρίνια, η = μουρμούρα, η = zvocanje, gunđanje

γκρινιάζω = gunđam, zvocam

γόβα, η = cipela, salonka

γουστάρω = επιθυμώ = sviđa mi se, želim

γούστο, το = καλαισθησία, η = ukus

γραβάτα, η = λαιμοδέτης, ο = kravata

Δ

δόκτορ, ο = διδάκτωρας, ο = doktor (nauka)

Ε

ετικέτα, η  = etiketa

Ι

ινκόγκνιτο, το = ανεπίσημα/κρυφά = tajno, krišom

Κ

κάβα, η = αποθήκη ποτών = podrum pića

κάγκελο, το = κιγκλίδωμα, το = rešetka

κάδρο, το = πλαίσιο (εικόνας), το = ram

καζίνο, το = kazino

καλμάρω = ηρεμώ = smirujem se, kuliram

καμπαναριό, το = κωδωνοστάσιο, το = zvonik

Λ

λασκάρω = χαλαρώνω = opuštam se

λέκτορας, ο = lektor

λιμάρω = ακονίζω = brusim

λίστα, η = lista, spisak

λουκέτο, το = lokot, katanac

λουσάτος, -η = otmen, -a

λούσο, το = πολυτέλεια/στολισμός = luksuz, fenseraj, raskoš

λουστρίνι, το = lak (lakovana obuća)

λούστρο, το = lak, sjaj

Μ

μαγαζί, το = κατάστημα, το = radnja

μαεστρία, η = δεξιοτεχνία, η = majstorstvo

μαέστρος, ο = διευθυντής ορχήστρας, ο = dirigent

μακαρόνια, τα = makarone

μακέτα, η = προσχέδιο, το = maketa

μανιφέστο, το = manifest

μανούβρα, η = ελιγμός, ο = manevar

μαντινάδα, η = serenada (improvizovana pesma na Kritu)

μαριονέτα, η = marioneta

μάρκα, η = σήμα φίρμας, το = marka, brend

μαρκάρω = markiram, obeležavam

μασκαράτα, η = maskarada, maskenbal

μάτσο, το = δέσμη, η = veza, snop, svežanj

μεζούρα, η = μέτρο, το = mera

μιζέρια, η = αθλιότητα, η = mizerija, beda

μινιατούρα,  η = minijatura

μόλος, ο = προκυμαία, η = mol, kej

μομέντο, το = στιγμή, η = momenat, trenutak

μοντέλο, το = πρότυπο, το = model, obrazac

μοντέρνος, -α = moderan, -a

μόστρα, η = δείγμα, το = mustra, uzorak

μοτέρ, το = κινητήρας, ο = motor

μούμια, η = mumija

μπάλα, η = σφαίρα, η = lopta

μπαλαρίνα, η = balerina

μπαλκόνι, το = εξώστης, ο = balkon

μπαμπάς, ο = πατέρας, ο = tata

μπάντα, η = strana/bend

μπάρα, η = μοχλός θύρας, ο = rigla

μπάρμπας, ο = θείος, ο = barba, čika

μπάσος, ο = βαθύφωνος, -η = bas

μπάσταρδος, ο = kopile

μπέμπα/μπεμπέκα, η = κοριτσάκι, κορούλα, μωρό = beba, bebica

μπιλιέτο, το = επισκεπτήριο, το = ulaznica, karta

μπλοκάρω = blokiram

μπόμπιρας, ο = malecki, detence

μπορντέλο/μπουρντέλο, το = bordel, javna kuća

μποτίλια, η = φιάλη, η = boca

μπουκάλι, το = δοχείο, το = flaša

μπουκέτο, το = ανθοδέσμη, η = buket

μπουνιά, η = γροθιά, η = pesnica (udarac)

μπούρδα, η = ανοησία, η = glupost, besmislica

μπουρίνι, το = ανεμοθύελλα, η = nepogoda, bura

μπουρλότο, το = πυρπολικό, το = vatrogasni brod

μπούσουλας, ο = ναυτική πυξίδα, η  = kompas

μπράβο = εύγε = bravo

μπράβος, ο = σωματοφύλακας, ο = telohranitelj

μπριζόλα, η = kotlet, krmenadla

Ν

νουβέλα, η = novela

ντάμα, η = κυρία, η = dama

ντεμπούτο, το = debi

ντίβα, η = diva

ντοκουμέντο, το = dokument

ντουέτο, το = δυωδία, η = duet

ομπρέλα, η = αλεξιβρόχιο, το = kišobran, suncobran

Π

πάγκος, ο = klupa

πακέτο, το = δέμα, το = paket

παλτό, το = πανωφόρι, το = kaput

παράγκα, η = baraka

πάρκο, το = park

παρλάρω = φλυαρώ = brbljam, parlam

πασαπόρτι, το = διαβατήριο, το = pasoš

πασάρω = μεταβιβάζω = dodajem, dobacujem

παρτίδα, η = μερίδα, η = partija

πατέντα, η = patent

περούκα, η = perika

πιλότος, ο = pilot

πισίνα, η = bazen

πίστα, η = pista

πόντος, ο = otvoreno mor/bod, poen

πρεμιέρα, η = premijera

πριμαντόνα, η = primadona

 πρόβα, η = δοκιμή, η = proba

πρόζα, η = πεζός λόγος, ο = proza

Ρ

ράτσα, η = φυλή/γένος = rasa

ρεγάλο, το = δώρο, το = poklon

ρεζέρβα, η = απόθεμα, το = rezerva

ρεντίκολο, το = γελοίος, ο = smešan, pajac

ρισκάρω = reskiram, rizikujem

ρομάντζο, το = romansa

ρομαντικός, -ή = romantičan, -a

Σ

σαλπάρω = dižem jedra, isplovljavam

σεμινάριο, το = seminar

σενάριο, το = scenario

σέσουλα, η = lopatica

σκίτσο, το = skica, crtež

σολίστας, ο = solista

σονέτο, το = sonet

στούντιο, το = studio

Τ

ταμπέλα, η = tabela

ταρίφα, η = tarifa,

τεζάρω = τεντώνω = zatežem, razapinjem

τζίρος, ο = promet robe i novca

τρατάρω = κερνώ = častim

Φ

φάλτσο, το = παραφωνία, η = falš

φέστα/φιέστα, η = γιορτή, η = zabava, proslava

φιάσκο, το = fijasko, neuspeh

φιγούρα, η = figura, oblik

φινάλε, το = τέλος/τέρμα, το = finale, završetak

φόρμα, η = σχήμα/μορφή = forma, oblik

φουντάρω = βυθίζω = potapam, uranjam

φουριόζος = βιαστικός = nagao, užurban

φρούτο, το = voće

Casovi grckog

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *